Πάνω από 200.000 οι ασθενείς με άνοια στην Ελλάδα

26/09/2014 08:13

Πάνω από 200.000 ασθενείς με άνοια υπάρχουν στην Ελλάδα,  περίπου 10.000.000  στην Ευρώπη και 36.000.000 ασθενείς παγκοσμίως. Λόγω της αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης οι αριθμοί αυτοί αναμένεται να τριπλασιαστούν μέχρι το 2050. Η πιο συχνή μορφή άνοιας είναι η νόσος Αλτσχάιμερ. Τα κλινικά συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μετά την ηλικία των 65 χρόνων και η επίπτωση και ο επιπολασμός της νόσου αυξάνονται δραματικά με την ηλικία, παρουσιάζοντας διπλασιασμό της συχνότητας εμφάνισης της κάθε 5 χρόνια. Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες θανάτου για άτομα άνω των 65 ετών παρουσιάζοντας αύξηση 68% σε σχέση με το 2000».

Σύμφωνα με την Παρασκευή Σακκά, Ιατρός Νευρολόγος – Ψυχίατρος, Διευθύντρια Ιατρείου Μνήμης Νοσοκομείου «Υγεία», Πρόεδρος της Εταιρίας Νόσου Αλτσχάιμερ και Συναφών Διαταραχών Αθηνών, η  Άνοια, με πιο συχνή μορφή τη νόσο Αλτσχάιμερ,  αποτελεί πρόβλημα ιατρικό, κοινωνικό και οικονομικό και χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες ως η επιδημία του 21ου αιώνα. Το κόστος της Άνοιας παγκοσμίως (έμμεσο και άμεσο) ήταν 604 δις εκατ. δολάρια για το 2010 και κάθε χρόνο αυξάνεται δραματικά.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ και η υποστήριξη των ασθενών και των περιθαλπόντων με την εκπαίδευση τους, την ψυχολογική υποστήριξη, και τις μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις με νοητικές και σωματικές ασκήσεις των ασθενών.

Μετά την έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ  φαίνεται μακροπρόθεσμα, πως η επίτευξη υψηλών θεραπευτικών δόσεων των αναστολέων χολινεστερασών από την αρχή της θεραπείας οδηγεί σε μεγαλύτερη καθυστέρηση της επιδείνωσης της νόσου. Το διαδερμικό αυτοκόλλητο ριβαστιγμίνης των 13,3mg είναι ένα νέο θεραπευτικό βήμα που σε ασθενείς ήπιας και μέσης βαρύτητας άνοια  προσφέρει 55% μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το διαδερμικό αυτοκόλλητο των 9,5mg στη διατήρηση της γνωστικής λειτουργίας και 46% μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις καθημερινές δραστηριότητες των ασθενών για διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών μετά από την έναρξη χορήγησής του.

Πηγή: http://www.healthview.gr